Λίγο μινιμαλισμό στην πληροφορία, παρακαλώ.

•28/03/2009 • Σχολιάστε

Το 2004 γεύτηκα για πρώτη φορά αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν κρίσεις πανικού. Ταχυκαρδία, άπνοια, σκοτοδίνες, τρέμουλα και λοιποί συγγενείς. Ένα πακέτο ψυχοσωματικών που με επισκέφθηκε από το πουθενά. Από το πουθενά. Έτσι νόμιζα. Η αιτία, είπαν οι ειδικοί, ήταν μια βαρύτατη υπερκόπωση που απλά δεν είχα πάρει χαμπάρι. Κι όταν εννοούμε πως δεν την είχα καταλάβει, εννοούμε πως δούλευα σε «ρυθμούς κοκαίνης» (βλέπε Αλ Πατσίνο στην τελευταία σκηνή του Σημαδεμένου) κι εγώ νόμιζα ότι είμαι χαλαρός. Αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά και διακοπές. Αυτά έγραφαν οι συνταγές τους.

Τήρησα τα δύο πρώτα και πήρα μόνιμες διακοπές από την εργασία μου. Κοινώς τα τίναξα όλα στον αέρα. Καριέρα, στημένο επάγγελμα που με έτρεφε πλουσιοπάροχα, όλα πήγαν στο διάολο. Γιατί αντιλήφθηκα ότι ήμουν σε μια παγίδα που δεν υπήρχε περίπτωση να χαλαρώσει το δόκανο της στο πόδι μου, αν δεν έκοβα μόνος μου το πόδι μου (βλέπε SAW 1 την αντίστοιχη σκηνή με τον ένα πρωταγωνιστή που προσπαθεί να λυθεί από την αλυσίδα). 

Ακολούθησαν 4 ήσυχα χρόνια. Σαν του τάφου τη σιωπή. Οι ρυθμοί μου εκμηδενίστηκαν, οι κρίσεις αραίωσαν-χωρίς όμως να φύγουν ποτέ οριστικά. Μαζι με τους ρυθμούς, εκμηδενίστηκαν και τα οικονομικά μου. Έφτασα στο όριο της φτώχειας και το ξεπέρασα κι αυτό. Μόνο που αυτό ήταν ένα καινούργιο πλαίσιο που μπορεί να σε φτάσει στο ίδιο σημείο που ήσουν. Οι κρίσεις πανικού επέστρεψαν αλλά από άλλο δρόμο, αυτόν της φτώχειας. Ενεργοποιήθηκα και δραστηριοποιήθηκα σε άλλον τομέα. 

Μετά από ενάμιση χρόνο δραστηριότητας διαπιστώνω πως η κούραση σε συνδυασμό με το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε είναι μια εγγύηση για να κάνουν ξανά την επίσκεψη τους τα συμπτώματα. Για να εξηγούμαι, δεν είναι μόνο η σωματική και η ψυχική κούραση που μπορούν να γράψουν game over στο σύστημα σου. Είναι και το περιβάλλον. Το ανθρώπινο περιβάλλον. Το γενικευμένο δύστοκο περιβάλλον των ανθρώπινων σχέσεων που σε φέρνει μαζί πάντα με την κούραση στο σημείο να θες να κλείσεις την πόρτα σου και να γίνεις ένας urban ερημίτης, μήπως και καταφέρεις να επιβιώσεις με ελαχίστως σώας τας φρένας.

Μιλάμε. Καθημερινά. Ακατάπαυστα. Ανακυκλώνουμε συζητήσεις και προβλήματα. Σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας συνέχεια στον ίδιο τοίχο. Δίχως λύση κι αποτέλεσμα. Κι αυτό ίσως είναι το πλέον κουραστικό πράγμα που κάνουμε. Ή έτσι νομίζω ότι ισχύει για μένα. Άλλωστε η αλήθεια του ενός δεν συνεπάγεται και την αλήθεια του άλλου. Γι΄αυτό πλέον πιστεύω στον μινιμαλισμό της πληροφορίας. Λίγα λόγια και περιεκτικά. Κι ίσως επέλθει μια ηρεμία.

Και κοίτα, κι η σιωπή δεν είναι τόσο τρομακτική όσο νομίζουμε!

Advertisements

Στο δρόμο της (αυτό)καταστροφής.

•17/02/2009 • Σχολιάστε

Η Ε. είναι 50+ ετών. Δουλεύει 30 χρόνια στα media με αρκετές δάφνες στο ενεργητικό της. Έχει ένα αρκετά περίπλοκο ιστορικό κατάθλιψης και βρίσκεται περισσότερο από 10 χρόνια σε θεραπευτική και φαρμακευτική αγωγή. Με την Ε. έχουμε αναλύσει κατά καιρούς τα πάντα, από τα θέματα της οικογένειας της, μέχρι τις ερωτικές της σχέσεις. Έχουμε περάσει δεκάδες βράδια και μεσημέρια συζητώντας ξανά και ξανά τα θέματα που την απασχολούν. Η Ε. παρόλη την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή αδυνατεί να δει το βασικό της εχθρό, τον εαυτό της. Η Ε. είναι βαθιά καταστροφική. Τόσο καταστροφική που μετά από ένα έμφραγμα πριν λίγους μήνες εξακολουθεί να κάνει αυτά που έκανε και πριν. Να παίρνει συνεχώς βάρος και να καπνίζει. Ακριβώς τα δύο πράγματα που της ζητήθηκαν από τους γιατρούς να αλλάξει πάραυτα.

Η Ε. δρομολογεί το θάνατο της. Και μας θέλει μαζί της. Δεν μας το ζητάει ευθέως. Δεν έχει τόσο θράσσος. Το κάνει ζητώντας να δικαιολογούμε κάθε φορά την αδυναμία της να δει τα λάθη της σαν μία ακόμη κρίση κατάθλιψης που την «οδηγεί» να κάνει ακριβώς αυτά που έχει επιλέξει. Να τρώει και να καπνίζει. Γνωρίζει πολύ καλά τον κίνδυνο και παίζει το στοίχημα της ζωής της: αν το σώμα της θα υπακούσει στην παράλογη επιμονή της. Και μας ζητάει να γίνουμε ακούσιοι συνοδοιπόροι σε αυτό το ταξίδι χωρίς επιστροφή. 

Το ζήτημα που τίθεται πια, δεν είναι η δική της καταστροφή, αλλά το αν θα συμπλεύσουμε. Εμείς, οι πιο κοντινοί της άνθρωποι. Κι εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα. Αν εσύ έχεις αποφασίσει ότι δεν θέλεις τη ζωή σου, οι οικείοι σου οφείλουν να σε βοηθήσουν;

Προσωπικά αποφάσισα ότι δεν έχει δικαίωμα να με σύρει κι εμένα σε αυτή τη διαδικασία. Δεν τίθεται θέμα αγάπης και σχέσης. Οι σχέσεις όπως και η αγάπη έχουν τα όρια τους. Ιδίως αν κάποιος από εμάς έχει διαστρεβλωμένη άποψη για το περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Γιατί η Ε. θεωρεί την αγάπη μονόδρομο, θεωρεί ότι πρέπει να είσαι κοντά της ό,τι και αν αποφασίσει. Ακόμα και αν διαφωνείς πλήρως. Αυτό όμως αγαπητή μου Ε. δεν είναι αγάπη. Είναι θηλειά. Οι υγιείς σχέσεις, αντέχουν τη διαφωνία. Ακόμα περισσότερο όταν αφορά κάτι τόσο σοβαρό όπως την ίδια τη ζωή.

Η Ε. είναι έξυπνη, πολύ έξυπνη κατά γενική ομολογία. Σε ό,τι αφορά το επάγγελμα της και ό,τι άλλο εκτός από την αυτοκριτική της. Σε ό,τι αφορά τον εαυτό της ένα μεγάλο παραπέτασμα εγωισμού και ισχυρογνωμοσύνης υψώνεται και την εμποδίζει να δει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Ο εγωισμός της διαστρεβλώνει τα γεγονότα προσπαθώντας να τα ταιριάξει με το (λάθος) συμφέρον της. Η Ε. είναι τόσο έξυπνη που το έχει αντιληφθεί ακόμη και αυτό. Αλλά ο εγωισμός της δεν την αφήνει να το παραδεχτεί.  Επίσης η Ε. γνωρίζει καλά πώς να χειρίζεται τους άλλους. Και χωρίς να το παραδέχεται, η Ε. είναι μεγάλη μαέστρος στο να δημιουργεί ενοχές στους οικείους της για να κάνουν ακριβώς αυτό που ορίζει. Έχοντας ξεμπερδέψει χρόνια με το θέμα των ενοχών που δεν μου αναλογούν, αρκούμαι να παίρνω τις αποστάσεις μου από την Ε. για να μπορώ να τη βοηθώ όπως νομίζω εγώ. Εφαρμόζω ένα είδος αυτοπροστασίας για να μπορώ να έχω τον έλεγχο των αντιδράσεων μου και να φροντίζω να μην μπαίνω στο παιχνίδι της διατηρώντας έτσι την αντικειμενικότητα (τα πραγματικά γεγονότα δλδ) που είναι αναγκαία για να μην την σπρώχνω στον κατήφορο που θέλει να πάρει. Χτες κατέληξα και στην κεντρική μου θέση. Αυτή που θα της ανακοινώσω σύντομα, κι ας μην θελήσει ποτέ να με ξαναδεί: Εσύ θες να πεθάνεις, αλλά εγώ δεν θα είμαι εκεί! Και σ΄αυτή τη δήλωση δεν θα δώσω εξηγήσεις, πέρασε ο καιρός που μιλούσαμε, τώρα πρέπει να δράσουμε. Ο καθένας όπως θεωρεί σωστό. 

Οι φίλοι μου όλοι εδώ και χρόνια, ζευγάρια γίναν…

•06/02/2009 • Σχολιάστε

Η Φ. είναι περίπου 35 ετών. I.Q, σπουδές, επαγγελματική δραστηριότητα όλα στο φουλ. Μυαλό κοφτερό κι ακόμα πιο κοφτερή γλώσσα. Χιούμορ άπαιχτο, σαρκασμός και αυτοσαρκασμός στο peak τους. Στα προσωπικά της προτιμάει τις μακρόχρονες σχέσεις με μια δόση on and off. Κάτι λίγο εφηβικό, λίγο ενήλικο, λίγο δέσμευση μεν αλλά να μην πιάσουμε και κοριούς. Έχει τα θέματα της. Και τα αντιμετωπίζει με χιούμορ, όπως όλα στη ζωή της. 

Τις προάλλες απολαμβάναμε έναν καφέ στο Bliss, στέκι εναλλακτικών με ακριβό κατάλογο αν θέλετε τη γνώμη μου, και είχαμε πιάσει κουβέντα περί ανέμων και υδάτων, που είθισται όταν θες να περάσεις δυο χαλαρές ώρες. Ανάμεσα στον Βαρδάρη και τη φουσκοθαλλασιά μου έκανε την εξής ρητορική ερώτηση, ρητορική στο σχήμα που όμως στην ουσία της ζητούσε απάντηση: Πότε πρόλαβαν οι φίλοι μας να παντρευτούν, να κάνουνε παιδιά και πρέπει εγώ τώρα να κάνω σχέση με μέλλον;

Έκανα πέρα το Βαρδάρη, είπα και στη θάλασσα να ηρεμήσει και προσπάθησα όσο πιο γαλήνια μπορούσα να της εξηγήσω τα …τετριμμένα. Πώς στον καθένα υπάρχει η σωστή στιγμή, και πώς δεν μπορείς να κρίνεις τη δική σου πορεία από το πότε των άλλων. Δε φάνηκε να πείθεται. Είπαμε, είναι πλήρης ευφυίας. 

Μερικές μέρες μετά που το ξανασκέφτηκα, θεώρησα πώς όσο και να είναι τετριμμένες οι  απαντήσεις που της έδωσα, έχουν μια λογική βάση. Γιατί κρίνουμε τη ζωή μας σύμφωνα με τις ζωές των άλλων; Είναι ανάγκη να πετύχουμε όσα πετυχαίνουν οι άλλοι; Θέλουμε σίγουρα να πετύχουμε στους ίδιους τομείς ή απλά είναι το κοινωνικό σύνολο που μας πιέζει τελικά να κάνουμε αυτό που κάνουν και οι άλλοι απλά επειδή έτσι γίνεται; Και πώς είναι τελικά δυνατόν ένας ευφυής άνθρωπος να πέφτει σε μια τέτοια παγίδα; Δεν αμφισβητώ πως μπορεί η Φ. να έχει νιώσει μέσα της ένα είδους καμπανάκι που την προειδοποιεί πως πλησιάζει η ώρα να πάρει τις μεγάλες της αποφάσεις. Αναρωτιέμαι όμως, θα χτυπούσε τον καμπανάκι της αν δεν είχαν χτυπήσει οι γαμήλιες καμπάνες των γάμων των φίλων μας.

Χτες σε έναν άλλο καφέ, παρατηρούσα μια γηραιά κυρία που έπινε τον καφέ της ήσυχα μέσα στην μοναξιά της και παρατηρούσε τον κόσμο γύρω της. Κάποια στιγμή τα μάτια μας συναντήθηκαν και μου φάνηκε γνώριμο το πρόσωπο της. Και ήταν. Πρόκειται για μια ηθοποιό που είχα δει παλιότερα στο Θέατρο Άττις και που από τύχη έμαθα κάποια πράγματα για τη ζωή της από έναν γνωστό μου. Αυτή η κυρία έχει αφιερώσει τη ζωή της στο θέατρο, ζει με πενιχρά μέσα και έχει σχεδόν καταστρέψει τα ισχία της κάνοντας -κυριολεκτικά- ακροβατικά στο σανίδι όταν ο ρόλος το απαιτούσε. Ποιός μπορεί να την κρίνει για την απόφαση της; Ποιος μπορεί να κρίνει αν είναι ευτυχισμένη από την επιλογή της; Ποιος πέρα από την ίδια; Αν η επιλογή της ήταν να κάνει θέατρο και όχι παιδιά και αγνόησε το δικό της καμπανάκι μητρότητας ποιος μπορεί να της πει ότι πήρε τον λάθος δρόμο.

Κανείς αγαπητή μου Φ. Εσύ η ίδια, όπως και όλοι μας, είμαστε οι επιλογές μας. Και όταν κάνεις επιλογές, είσαι το εσύ που διαμορφώνεις εκείνη τη στιγμή. 

Tenderness is a weakness?

•01/02/2009 • Σχολιάστε

Είναι η τρυφερότητα, αδυναμία; 

Αυτό το ερώτημα έχει τεθεί σχεδόν από τους πάντες. Από περιοδικά lifestyle (το χειρότερο μου), μέχρι θεραπευόμενους στην καρέκλα του ψυχολόγου. Ακριβής απάντηση δε νομίζω να έχει δοθεί. Ίσως επειδή πάντα πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα ανά περίπτωση και να μην γενικολογούμε. Γιατί οι συντελεστές είναι που κάνουν τη διαφορά, έτσι δεν είναι;

Οπότε πράττεις ανάλογα τις αντοχές σου.

Εγώ δεν τις έχω. Μπαίνω βουρ στα λημέρια του άλλου και ό,τι θέλει ας γίνει. Όχι, επειδή έχω τα κότσια, αντιθέτως, επειδή εκνευρίζομαι να περιμένω και προτιμώ να φάω τα μούτρα μου όσο πιο γρήγορα γίνεται, και να πάω παρακάτω. Τώρα αν γίνει και υπάρξει φιλοξενία στα λημέρια του άλλου, ε! εκεί είναι άλλο θέμα και δεν είναι της παρούσης.

Αλλά ακόμη αναρωτιέμαι για όλους αυτούς που προσέχουν τόσο πολύ τον εαυτό τους και αγωνιούν για τον τρόπο που θα τους μεταχειριστεί ο άλλος. Τι θα γίνει κι αν κακοπέσεις; Τι θα γίνει κι αν αποτύχεις; Γιατί; Στους άλλους τομείς της ζωής σου όλα έχουν στεφθεί με επιτυχία; Ποτέ δεν σου έτυχε να χάσεις το παιχνίδι;

Ίσως μιλάω με την ασφάλεια της ηλικίας πια, και έχοντας αρκετές αποτυχίες και επανακάμψεις στο ενεργητικό μου. Αλλά η εμπειρία αυτό με έμαθε, δυστυχώς ή ευτυχώς, όλοι και όλα ξεπερνιούνται. Κι αυτά που φαντάζουν αξεπέραστα στα 20, 25, 30, ακόμη και 35 χρόνια μας, έρχεται η στιγμή που τα βλέπουμε και γελάμε. Για τον τρόπο που είμαστε τότε, για τον τρόπο που τα αντιμετωπίσαμε, για τον τρόπο που διαλέξαμε να στεναχωρηθούμε και να δώσουμε όλο μας τον εαυτό σε αυτή την ιστορία που μας «πλήγωσε». Επιμένω στα εισαγωγικά της πληγής γιατί τελικά αν τις αφήσουμε να κάνουν τον κύκλο τους, όλες τελικά επουλώνονται και εμείς προχωράμε.

Η τρυφερότητα είναι αδυναμία, τι λες ε?

Περπατούσα, κι έπεφτα σαν βροχή.

•29/01/2009 • Σχολιάστε

Η φράση του τίτλου από σελίδα ημερολογίου της Κ. Η Κ. κρατάει ημερολόγια από την ηλικία των 15 χρόνων. Καταγράφει καθημερινά ό,τι συνέβει, ό,τι της τράβηξε την προσοχή. Πολλές φορές την πειράζω λέγοντας ότι είναι η ΚΥΠ της παρέας αφού στα ημερολόγια της πέρα από τις σκέψεις της καταγράφει και τα γεγονότα της ζωής όσων αγαπάει. Και η Κ. αγαπάει έντονα. Η Κ. αγαπάει αμετάκλητα. Αν σε βάλει στη λίστα των αγαπημένων της πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να αναγκαστεί να σε βγάλει. Λίγοι το έχουν καταφέρει και αυτοί εξήλθαν όσο αμετάκλητα αγαπήθηκαν από την Κ. Όταν συμβεί αυτό, τότε  η Κ. περπατάει και πέφτει σαν βροχή. Για χρόνια προσπαθούσε να μου εξηγήσει πώς νιώθει όταν αναγκάζεται να αποχωριστεί κάποιον. Δεν το εννοούσα. Ίσως επειδή ο πόνος στον καθένα μας τραβάει διαφορετικό δρόμο. Ο πόνος είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση και το βίωμα του είναι δύσκολο να κατανοηθεί από τους άλλους όσο κι αν είναι κοινό σε όλους μας στη βάση του. Διαβάζοντας όμως αυτή τη φράση στο ημερολόγιο της, εννόησα. «Έπιασα» το κάθετο συναίσθημα της θλίψης που νιώθει η Κ. Το συναίσθημα που την τραβάει προς τα κάτω διαλύοντας την, όπως οι σταγόνες της βροχής όταν προσκρούουν στο έδαφος. Αυτό είναι το στίγμα, του συναισθήματος της. Η διάλυση. 

Ο αποσυναρμολογημένος άνθρωπος

•25/01/2009 • Σχολιάστε

Για ‘κεινη την ώρα σου μιλάω. Τη στιγμή που μια τρύπα ανοίγει στο στήθος σου, το τραύμα και πάλι διαμπερές σκορπίζει το αίμα στους πνεύμονες, μουδιάζει η αναπνοή κι ασθμαίνεις. Για ‘κεινη την ώρα σου μιλάω. Που όσα δεν επέτρεπε η «μαυρίλα του παρόντος» να νιώσεις, γίνονται κύμα και ανεβαίνουν στο λαιμό. Και ξαφνικά όλα είναι ένα και μόνο συναίσθημα. Ανάμικτο, γλυκόπικρο, οξύ. Δυνατό χωρίς αμφιβολία. Και τότε ξέρεις. Για μία και μόνη στιγμή έρχεσαι σε επαφή με εσένα. Είσαι ξανά ολόκληρος. Τα μέλη σου συναρμολογούνται από την αρχή. Έχεις σώμα ξανά. Αφή και όραση διαστέλλονται και όσα δεν μπορούσες να προσλάβεις τόσο καιρό, τώρα σε κυριεύουν. Είναι μοναδική αυτή η στιγμή. Να την κρατήσεις. Όσο περισσότερο μπορείς. Να τη γευτείς με όλη τη δύναμη σου. 

 

Γιατί γρήγορα θα σε αφήσει. Θα λυθούν και πάλι τα μέλη. Θα αποδυναμωθούν οι αισθήσεις. Το σώμα θα καταπέσει στη νάρκη του. Και τότε πάλι θα είσαι σαν παιχνίδι σπασμένο, με τα άκρα ξεχαρβαλωμένα, τα μάτια κλειστά, περιμένοντας το επόμενο κύμα που θα σε κάνει και πάλι άνθρωπο. 

Αγάπες

•25/01/2009 • Σχολιάστε

Περασμένες αγάπες. Απλοί φάκελοι στη βαλίτσα της μνήμης ή κάτι περισσότερο; 

 

Πόσες φορές σου έχει τύχει να προχωράς στο δρόμο και κάποιος ή κάποια να σου θυμίσει έναν έρωτα που έχει μπει από καιρό στο αρχείο; Ή πόσες φορές έχεις ανοίξει το συρτάρι του γραφείου σου ψάχνοντας τον πρόσφατο λογαριασμό της ΔΕΗ και ανάμεσα στο γενικότερο χάος ξεπηδάει η φωτογραφία του τάδε ή της δείνα που κάποτε σχετίστηκες; Τι μένει από το συναίσθημα που κάποτε ένιωσες πέραν των αποδείξεων που βεβαιώνουν ότι ήσουν εκεί, μαζί του/της τη δεδομένη χρονική στιγμή; Και τελικά, είναι οι άνθρωποι αναλώσιμοι στη διαδικασία του έρωτα, ή μήπως βήματα εξέλιξης;

 

Συνήθως όταν κλείνω τον κύκλο μιας σχέσης, βάζω μια τεράστια τελεία, διπλαμπαρώνω την πόρτα και προχωράω. Το στίγμα όμως έχει μείνει. Η εγγραφή της εμπειρίας έχει αποτυπωθεί, η συγκεκριμένη σχέση σε έχει αλλάξει, δεν είναι μόνο μια μνήμη, είναι κάτι περισσότερο, ίσως ένα νέο χαρακτηριστικό  που απέκτησες σχετιζόμενος με το συγκεκριμένο πρόσωπο μια που όλοι είμαστε το άθροισμα των εμπειριών μας. Και τότε τι χρησιμεύει η πόρτα που έκλεισες; Οριοθετεί μόνο το χρονικό τέλος της σχέσης; Και το συναισθηματικό φορτίο που προσέλαβες; Η εμπειρία που πέρασες; Τι γίνονται όλα αυτά; Μια ακόμη ρυτίδα στο πρόσωπο, ένα ακόμη καμπανάκι που θα χτυπήσει όταν μια συμπεριφορά του νέου προσώπου σου θυμίσει την προηγούμενη κατάσταση;

 

Δεν έχω τις απαντήσεις. Έχω σαφέστατα τις ερωτήσεις.